«Γιατί ο Μιχάλης Λεμπιδάκης;»

Όταν χάνουμε ένα δικό μας πρόσωπο, όταν μας βρει μια συμφορά, ρωτούμε «γιατί». Πολλοί γέροντες πνευματικοί συμβουλεύουν να θυμόμαστε πως σε μεγάλες συμφορές η απάντηση στα “γιατί” δεν είναι φανερή. Αυτό είναι αλήθεια.

Γράφει ο Νίκος Κοπιδάκης*

Όμως στην περίπτωση του Μιχάλη Λεμπιδάκη το γιατί ξεπετάγεται άγρια από το υποσυνείδητό μας. Τον Μιχάλη τον γνώρισα ως μαθητή. Οι επιδόσεις του άριστες. Το ήθος του δεδομένο από τις παραδοσιακές οικογένειες των γονέων του και των παππούδων του. Απλοί, τίμιοι, εργατικοί, σωστοί. Από μαθητής γνώριζε το βάρος και την έκταση της δουλειάς που τον περίμενε. Εργάστηκε και ως φοιτητής στη δουλειά των γονέων του, του  Γιάννη Λεμπιδάκη και της Άννας Λεμπιδάκη, το γένος Περάκη. Δεν ξέφυγε από τη συστράτευση στην ευθύνη και την πολύπλευρη δράση τους.

Συνέβαλε στην προκοπή του έργου τους και μπόρεσαν έτσι να προσφέρουν σε πλήθος ανθρώπων αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας. Δεν σκέφτηκε

ποτέ ότι ξεχωρίζει από τους άλλους μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Στην κοινωνική προσφορά πάντα πρόθυμος και αθόρυβος. Όσοι γνωρίζουν την οικογένεια ομολογούν πως ποτέ δεν προκάλεσαν, δεν σκανδάλισαν στο παραμικρό. Και ξαφνικά … η έκπληξη της απαγωγής!

Εδώ το μυαλό σταματά! Μπορούμε να επεξεργαστούμε νοητικά και ψυχικά την αναπάντεχη συμφορά τού δυστυχήματος, της αρρώστιας, της σύγκρουσης, της κλοπής, της αιχμαλωσίας του πολέμου, της απώλειας. Η ομηρεία όμως ενός ανθρώπου για τα χρήματα υπερβαίνει τη λογική και ποδοπατά κάθε αίσθημα ισορροπίας και αρμονίας στην κοινωνική συμβίωση. Σκέφτομαι όλους αυτούς τους μήνες την απομόνωση και την ομηρεία τού Μιχάλη σε συνθήκες που δεν γνωρίζουμε. Νιώθω την απόγνωση των γονέων, της συζύγου, των παιδιών του, των συγγενικών προσώπων στον παραλογισμό των απαιτήσεων που δεν είναι δυνατόν να ικανοποιηθούν. Στη δίνη αυτής της απόγνωσης προβάλλει επίμονο το γιατί.

Ένα γιατί που έρχεται και δίπλα στους ανθρώπους οι οποίοι οργανώνουν και εκτελούν την αποτρόπαια πράξη. Είναι άνθρωποι και αυτοί, ζουν στις ίδιες κοινωνίες με όλους μας. Αυτά τα χρήματα που ζητούν ως λύτρα, πώς μπορούν να τα ξοδέψουν για τον εαυτό τους και τα παιδιά τους; Κάποια στιγμή ίσως να γεννηθεί ακόμα και στα εγγόνια τους το ερώτημα και το ψυχικό άλγος: «τρώγω λεφτά» που προκάλεσαν ωκεανούς πόνου και πίκρας και που ο τρόπος με τον οποίο αποκτήθηκαν οδηγεί σε ακύρωση της ζωής. Γιατί, λοιπόν; Το θέμα υπερβαίνει τα δεδομένα και τα συμβατικά.

Δεν ξέρω ποιοι μπορούν να βοηθήσουν. Η αστυνομία, ασφαλώς, κάνει τη δουλειά της. Όμως εμείς ως κοινωνία, ως συνάνθρωποι, είτε γνωρίζουμε τον Λεμπιδάκη είτε όχι, έχουμε χρέος να κινηθούμε υπερβατικά μέσα από τον δρόμο της προσευχής. Πολλοί που έχουν πίστη στον Θεό ομολογούν πως προσεύχονται.

Δεν έχω την αξία να προτρέψω εγώ, όμως σκέφτομαι πως είναι Δεκαπενταύγουστος, μέρες της Παναγίας, προεόρτια της Παναγίας. Αντί συλλαλητηρίου διαμαρτυρίας, όσοι μπορούμε, στα σπίτια μας, στις εκκλησίες, στα μοναστήρια, στις παραλίες, στα χωριά μας, να ζητήσουμε από την Παναγία να βοηθήσει αυτούς τους ανθρώπους που συνεχίζουν να κρατούν στην απομόνωση τον συνάνθρωπό τους να βρουν το ανθρώπινο πρόσωπο. Ίσως τότε να συνειδητοποιήσουν ότι το ίδιο το δικό τους πρόσωπο δεν χωρεί μια τέτοια προσβολή. Η πίστη μας η χριστιανική δεν δέχτηκε ποτέ την κατάρα και την εκδίκηση. Δέχεται τη Χάρη και την επίγνωση. Ας τα ζητήσουμε από τη Θεοτόκο.

*Ο Νίκος Γ. Κοπιδάκης

είναι γενικός διευθυντής του Εκπαιδευτηρίου «Το Παγκρήτιον»

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην «Πατρις»

Πηγή:creteplus

Shares


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *