Τζιράκη

Όμορφο που ‘σαι Ρέθεμνος, όμορφη που ΄σαι Κρήτη!

Shares

Η αρθρογράφος του Daynight.gr Μαριάννα Τζιράκη αποχαιρετά το 2020 μέσα από όμορφες εικόνες και αισιόδοξες σκέψεις που της χαρίζει απλόχερα η Μητέρα Κρήτη.

«Η φετινή χρονιά χωρίς να το καταλάβω με τραβούσε πίσω στην Κρήτη. Πρώτη καραντίνα και φευγιό από την πρωτεύουσα. Γεγονότα που δεν επέλεξα και που ξέφυγαν από τον έλεγχο μου. Ακόμη θυμάμαι την επιστροφή στο νησί με το το πλοίο για Χανιά. Ταξίδι χωρίς επιστροφή; Η μάσκα τότε ήταν προαιρετική. Λίγος κόσμος στο πλοίο. Κανείς δεν περίμενε την συνέχεια. Εγκλεισμός.

Φτάνει η άνοιξη, Πάσχα. Χριστός Ανέστη μέσα στο διαμέρισμα. Έξω η φύση στα καλύτερα της. Περπάτημα σε μια πόλη άδεια. «Χριστέ μου, μπορεί ο άνθρωπος να την αντέξει την μοναξιά;»  Κάτι σαν τους ελεύθερους πολιορκημένους. Από το «μένουμε σπίτι» στο «μένουμε ασφαλείς». Και πάλι έξω. Ένα καλοκαίρι αξέχαστο. Όχι γιατί δεν είχαμε ζήσει άλλα καλοκαίρια στη ζωή μας αλλά γιατί το καλοκαίρι που πέρασε ήταν βάλσαμο στο σώμα και στην ψυχή. Έμπαινες στο νερό, αγνάντευες τη Νότια Κρήτη και γαλήνευες στο μπλε.

Μπροστά σε αυτή την ομορφιά, εγώ δεν φοβάμαι τίποτα. Είδα φίλους που και εκείνοι φοβόντουσαν και κάπως έτσι φοβόμασταν παρέα και ξορκίζαμε το κακό. Ανακάλυψα όμως μέρη του τόπου μου που δεν ήξερα. Έφαγα τους πρώτους μου χοχλιούς -ετών 27- ξημερώθηκα με ανθρώπους όμορφους σε παρέες διαλεχτές σε λεβεντοχωριά, είδα γυναίκες και άνδρες παλιάς κοπής, που αν και δημιούργησαν οικογένεια νωρίς, δεν εγκατέλειψαν τα όνειρά τους και ξεκίνησαν σχολείο δεύτερης ευκαιρίας.

Και μετά άρχισε να πλησιάζει ο Σεπτέμβριος, η ώρα του αποχαιρετισμού. Πίσω στην Αθήνα. Το αστικό τοπίο ένιωσα να με διώχνει. Τα πράγματα δυσκόλεψαν και η μάσκα έπνιγε. Η ζωή λένε πως αν την εμπιστευτείς θα σου δείξει τον δρόμο, ό,τι και να γίνει. Ο Χαραλαμπίδης το λέει αυτό, στα «Φτηνά Τσιγάρα».

Έτσι και στην δική μου περίπτωση. Λες και η Κρήτη με ήθελε πίσω. Επιστρέφω σε μια περίοδο που το φθινόπωρο έφερε τις πρώτες βροχές. Παρατηρώ την ηρεμία της. Σάμπως όλα γύρω να άλλαζαν αλλά εκείνη να μην πτοούνταν. Μια συνέντευξη με βρήκε στα πρώτα κρύα κάτω από τον Ψηλορείτη, στο χωριό Οψιγιάς. Η μυρωδιά από τα ξύλα, η βροχή, τα όμορφα στιβαγμένα ξύλα. Ποιος ξέρει; ίσως εδώ να κρύβεται για μένα ο δικός μου Θεός. Τα μάτια μου ξεκουράζονται μπροστά στην θέα του Αμαρίου και σκέφτομαι ότι έχω ανάγκη αυτή τη γαλήνη.

Ο χειμώνας μπαίνει για τα καλά. Εγκλεισμός. Μάσκες πλέον παντού. Σκέψη πάνω στην σκέψη. Κάπως συνήθισα την κατάσταση και φοβάμαι μην μου μείνει κουσούρι. Δεν είναι να συνηθίζεις κάτι τέτοιο. Τα χέρια είναι για να πιάνουν άλλα χέρια και να αγκαλιάζουν. Οι άνθρωποι για να μιλάνε και τα μυαλά να μένουν ανοιχτά.

Φτάνει παραμονή Χριστουγέννων…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μια φίλη από την Αθήνα μου δίνει ραντεβού στο παγκάκι του περιφερειακού στο Ρέθυμνο– εκεί που πάνε οι χειμερινοί κολυμβητές για βουτιές. Κάτσαμε στο παγκάκι και μιλάγαμε με τις ώρες. Όσο μιλάγαμε, δωσ’ του να έρχονται άνθρωποι, σιγά σιγά, ανά διαστήματα, με ένα κρυφό χαμόγελο και μια δίψα να μπουν στο νερό. Ένα ζευγαράκι παρά δίπλα, χέρι χέρι βούτηξε στο νερό. «Υπάρχει ελπίδα» σκέφτομαι. Μπροστά από τα αλμυρίκια ο ήλιος και η θέα προς το στρατόπεδο. «Όμορφο που είσαι Ρέθεμνος«- «Βάλσαμο που είσαι, σαν ένα ροζ σύννεφο«.

Οι μέρες περνούν και συνειδητοποιώ ότι ο απολογισμός του χρόνου για μένα ξεκινά από την πρώτη καραντίνα. Ο εγκέφαλος λένε διαγράφει όλα όσα  πονάνε τον άνθρωπο. Κι όμως, δεν διέγραψα τίποτα. Τα κράτησα όλα σαν ένα μεγάλο σχολείο.

Σήμερα Παραμονή πρωτοχρονιάς, με βρίσκει σε μια βεράντα στο χωριό Ελεύθερνα Μυλοποτάμου. Απέναντί μου ο Ψηλορείτης. Μέσα στα γεράνια και τους βασιλικούς. Δεν σκέφτομαι τίποτα, μόνο παρατηρώ. Έρχεται κάτι νέο. Έρχεται!

Χρόνια μας πολλά!»

Shares

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *