«Πριν το ποτέ και μετά το πάντα»: Ένας μεγάλος έρωτας στο Ρέθυμνο της δεκαετίας του ‘60

Shares

Ένα ταξίδι στην μαγεία του νεανικού έρωτα, τα ανυπέρβλητα εμπόδια μιας άλλης εποχής αλλά και μια εικόνα του Ρεθύμνου τη δεκαετία του ’60, ξετυλίγονται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου «Πριν το ποτέ και μετά το πάντα» που υπόσχεται στους αναγνώστες έντονη συγκίνηση μεταφέροντας με ζωντάνια την εικόνα του χθες στο σήμερα.

Το βιβλίο της Άσπας Ηλιάκη Βόλακα με τίτλο «Πριν το ποτέ και μετά το πάντα» από τις εκδόσεις Ωκεανίδα, παρουσιάστηκε χθες στο βιβλιοπωλείο «Κλαψινάκης» όπου η συγγραφέας υπέγραψε αντίτυπα και είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με αναγνώστες.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ…

Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία που διαδραματίζεται στα τέλη του 1958 έως και το 1961 και έχει ήδη κερδίσει το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού, αφού πραγματεύεται τον έρωτα δύο νέων στη μικρή κοινωνία του Ρεθύμνου τη δεκαετία του ’60 μεταφέροντας τόσο το κλίμα και τη νοοτροπία της εποχής, όσο και «εικόνες» από το Ρέθυμνο εκείνης της εποχής. Η κλειστή κοινωνία του Ρεθύμνου συγκλονίστηκε από το δράμα δύο οικογενειών,ένα δράμα που συνεχίζει να συγκινεί μέχρι και σήμερα τους Κρητικούς. Η Ασπασία είναι καρπός ενός μονόπλευρου και βίαιου έρωτα και παρόλο που η ίδια δεν φέρει καμία ευθύνη γίνεται αποδέκτης του απύθμενου μίσους της μάνας της για το βιαστή της. Ερωτεύεται παράφορα το Νίκο και κοντά του γνωρίζει την αγάπη, το σεβασμό και την κατανόηση. Όμως η μάνα της που επιδιώκει πάση θυσία να την εξαφανίσει από τη ζωή της έχει άλλα σχέδια για αυτή. Την παντρεύει χωρίς τη θέλησή της με το Σάββα, έναν άνδρα κυνικό και βίαιο. Παράλληλα θα αρχίσει ένα ανελέητο κυνήγι των δύο ερωτευμένων νέων με θύματα αθώες ψυχές. Ο θεός παρακολουθεί τη μάνα της Ασπασίας που τυφλωμένη από το μίσος της για το βιαστή της θυσιάζει την κόρη της. Σε όλη τη διάρκεια του δράματος μιλάει στους ανθρώπους προσπαθώντας χωρίς όμως επιτυχία, λίγο πριν το ποτέ και μετά το πάντα, να αλλάξει τη μοίρα.

Η συγγραφέας Άσπα Ηλιάκη Βόλακα μίλησε στο ραδιόφωνο του ΤΕΑΜ FM για το βιβλίο της, την αγάπη για την συγγραφή αλλά και τα προσωπικά της βιώματα που αποτέλεσαν το ερέθισμα στην προσπάθειά της να μάθει την ιστορία και τα γεγονότα που συνέβησαν, να την καταγράψει, αλλά και την μεγάλη απόφαση να τη μοιραστεί με το αναγνωστικό κοινό.

Η κα Βόλακα μιλώντας για το βιβλίο της επισημαίνει: «Διαδραματίζεται στο τέλος του 1958 μέχρι το 1961. Είναι μια αληθινή ιστορία, ένας μεγάλος έρωτας που συνέβη εκείνα τα δύσκολα χρόνια που οι νοοτροπίες ήταν διαφορετικές και αφορά την οικογένειά μου, άλλωστε η πρωταγωνίστρια έχει το όνομά μου, Ασπασία τη λένε. Πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο να το διαβάσει κάποιος, γιατί διαβάζοντας επειδή έχει διαδραματιστεί μέσα στο Ρέθυμνο μπορεί να βλέπει και να ζει τα μέρη που διαδραματίζεται το βιβλίο και όλη η ιστορία».

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου μπορεί κανείς να διακρίνει στοιχεία της κοινωνίας του Ρεθύμνου εκείνης της εποχής. Όπως εξηγεί η συγγραφέας του βιβλίου: « Έχει να κάνει με τις πεποιθήσεις που είχαν οι οικογένειες εκείνη την εποχή, αναλύει πολύ κάποιες συμπεριφορές γονέων, βαρίδια όπως τους λέω εγώ για τα παιδιά τους, που δένουν τα παιδιά τους με αλυσίδες και πραγματεύεται την τότε κλειστή κοινωνία του Ρεθύμνου που οι γονείς νόμιζαν ότι μπορούν να κανονίζουν το μέλλον των παιδιών τους».

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΒΙΩΜΑ, Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ

Η συγγραφέας ωστόσο δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στα προσωπικά βιώματα που βρίσκονται πίσω από την συγγραφή του βιβλίου και τα οποία αποτέλεσαν το ερέθισμα για την συγγραφική προσπάθεια, ένας δρόμος που ωστόσο συνάντησε και εμπόδια.

Η ίδια εξηγεί: «Εμείς σαν παιδιά μεγαλώσαμε με αυτή την ιστορία να ακούγεται ψιθυριστά μέσα στις οικογένειες μας. Εγώ εξαιτίας και του ονόματος μου είχα ιδιαίτερη σύνδεση με τη γιαγιά μου τη Μαριώ που πρωταγωνιστεί και αυτή στο βιβλίο και για κάποιο λόγο ένοιωθα ότι έπρεπε να γράψω κάποια στιγμή την ιστορία. Όταν αποφάσισα να γράψω το βιβλίο και να βρω στοιχεία βρήκα πόρτες και στόματα κλειστά. Ακόμα και μετά από τόσα χρόνια, ακόμα και ο πατέρας μου δεν ήθελε να μου μιλήσει. Κατάφερα όμως και ξεπέρασα τα εμπόδια αυτά». Η κα Βόλακα πρόσθεσε μάλιστα ερωτηθείσα για τα εμπόδια που συνάντησε: «Ήταν σκληρή δουλειά, γιατί υπήρχαν άνθρωποι που αντέδρασαν αρνητικά. Εγώ είπα την ιστορία μου από την πλευρά μου και μια μεγάλη δυσκολία ήταν να κρατήσω ισορροπίες και να μην θίξω ανθρώπους που είναι ακόμα στη ζωή».

Η ιστορία αυτή μάλιστα όπως εξηγεί η συγγραφέας έχει τις «ρίζες» της πίσω στην παιδική ηλικία της ίδιας, όπου βιώματα που είχε ως παιδί της είχαν κεντρίσει το ενδιαφέρον όπως επισημαίνει: «Εμείς σαν παιδιά ζούσαμε πολύ κοντά στη γιαγιά, σε αυτό το σπίτι που περιγράφει το βιβλίο και σε εκείνο το αρχοντικό υπήρχε ένα δωμάτιο το οποίο ήταν κλειδωμένο, μπαίναμε κρυφά και παίζαμε και υπήρχε ένα διπλό κρεβάτι, μια κούνια, μια ντουλάπα με μωρουδιακά ρούχα, τα οποία η γιαγιά τα είχε σκεπασμένα και ήταν ένα απαγορευμένο δωμάτιο. Στο παιδικό μυαλό μας, αυτό είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις όπως καταλαβαίνετε. Ένοιωθα όμως μέσα μου ότι έπρεπε να το κάνω. Στη συνέχεια ανακάλυψα ότι η Ασπασία έγραφε ποίηση και μάλιστα αυτή τη στιγμή έχω στα χέρια μου ένα φάκελο με ποιήματα της Ασπασίας που αν κάποιος τα είχε διαβάσει τότε και ήξερε να διαβάσει πραγματικά, καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Σταδιακά η προσπάθεια αυτή έγινε βιβλίο».

Αξίζει να σημειωθεί πως στο βιβλίο απεικονίζεται ένα κολιέ, το οποίο όπως εξηγεί η κα Βόλακα, είναι υπαρκτό, πρόκειται για δώρο του Νίκου στην Ασπασία και βρίσκεται σήμερα στην κατοχή της ίδιας.

Η απόφαση να καταγράψει τα όσα γνώριζε και να μοιραστεί την ιστορία με το ευρύτερο κοινό, έγινε έπειτα από προτροπή του συζύγου της, όπως τόνισε η κα Βόλακα και εξήγησε: «Η αλήθεια είναι ότι δίσταζα. Ο Μανώλης Βόλακας όμως που έχω την τύχη να είναι και σύζυγός μου πάντα πίστευε σε μένα και πάντα με έσπρωχνε προς την κατεύθυνση αυτή. Αυτός μου έδωσε τη μεγάλη ώθηση, εγώ δίσταζα διότι το να γράφεις κάτι είναι σαν να ανοίγεις και την ψυχή σου στον άλλο και μπορεί, αν ξέρει, να δει σχεδόν τα πάντα για σένα».

Στο ερώτημα πάντως πότε ξεκίνησε αλλά και τι σημαίνει για την ίδια η συγγραφή και ιδιαίτερα η ποίηση που αποτελεί την μεγάλη της αγάπη, επεσήμανε πως είναι «ένα είδος ψυχοθεραπείας» και πρόσθεσε: «γράφω από πάντα».

Το βιβλίο πάντως έχει ήδη αγαπηθεί από το κοινό, και η ίδια επισημαίνει πως έχει εισπράξει την αγάπη αυτή. Επισημαίνει μάλιστα: «Το κοινό μου απ ότι έχω καταλάβει είναι πιο πολύ γυναίκες. Εισέπραξα θετικά σχόλια, αποδοχή και αγάπη».

Σε ό,τι αφορά το τι αποτελεί έμπνευση ώστε να εκφραστεί και να γράψει επεσήμανε: «Ο έρωτας. Αν δεν είμαι ερωτευμένη δεν μπορώ να γράψω, αν δεν είμαι καλά και δεν νιώθω ότι με αγαπούν, δεν μπορώ να γράψω».

Η επόμενη συγγραφική της προσπάθεια, βρίσκεται στα «σκαριά» και σχετίζεται με το βιβλίο που ήδη κυκλοφορεί. Η ίδια τόνισε: «Τώρα ετοιμάζω και κάτι νέο που σχετίζεται με το βιβλίο, είναι το ημερολόγιο της Ασπασίας που κάποια στιγμή πέφτει στα χέρια της μητέρας της».

Η ίδια όμως ρωτήθηκε και για τη σύγχρονη τάση που θέλει τους νέους να επιλέγουν άλλες μορφές ανάγνωσης, με τη χρήση της τεχνολογίας και ανέφερε: «Ο κόσμος συνεχίζει να διαβάζει αλλά οι νέοι το κάνουν διαφορετικά από εμάς. Για εμένα είναι ολόκληρη διαδικασία το να πάω να αγοράσω ένα βιβλίο, να μπω στο βιβλιοπωλείο, να πιάσω τα βιβλία, να τα μυρίσω. Τώρα βέβαια υπάρχουν τα ebook που είναι πιο πρακτικά και οι νέοι το επιλέγουν».

Πηγή: goodnet.gr

Shares


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *