Ο Νίκος Ξανθόπουλος νοσταλγεί την Κρήτη και την Ταβέρνα του «Τσαγκαρομανώλη»

Shares

Τις αναμνήσεις του από τον Κόκκινο Πύργο Τυμπακίου Δήμου Φαιστού -στην Ταβέρνα του “Τσαγκαρομανώλη”- μοιράστηκε αυτές τις μέρες με τους πολυπληθείς ακολούθους του στο Facebook, o 86xρονος σήμερα -και ενεργός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης- Νίκος Ξανθόπουλος.

Όπως γράφει ο Ξανθόπουλος:

“Ο θίασος έφυγε,  πήγαν να κοιμηθούν στο Ηράκλειο, στο Αστόρια.

Εγώ έμεινα στη Μεσαρά.

Στον Κόκκινο Πύργο ο Τσαγκαρομανώλης είχε μια ταβέρνα στο φρύδι του νερού, αντίκρυ στο Λιβυκό. Καθόμαστε έξω . Το δάπεδο Γκρό μπετόν, μια λάμπα ασετυλίνης μας φώτιζε και πάνωθέ μας μια καλαμωτή μαρκίζα. Κάτι μπαρμπούνια μουστακάτα γέμιζαν το πιάτο μας, τά’τρωγες κι η γεύση τους σκέτο καβούρι..

Η ατμόσφαιρα χλιαρή, υγρή, καλοκαιρινό βραδάκι. Η αλμύρα της θάλασσας κι ένα απαλό αεράκι έπαιρνε τα λόγια μας.

Ο γιός του ταβερνιάρη, ένα παιδαρέλι δεκατριών χρονών, μας εξιστορούσε ερωτικά κατορθώματα με τις τουρίστριες.

Εμείς όλο αφτιά.

-Ώστε έτσι , Μιχαλιώ, ίσαμε ογδόντα; Τσι κατάφερες;

– Και λίγες λέω”.

“Ταπεινός”… και λατρεμένος

Στα χρόνια της ακμής του, ως λαοφιλής ηθοποιός που γνώρισε τη λατρεία του κόσμου (σαν το “παιδί του λαού”, “ταπεινό και καταφρονεμένο”, σύμφωνα με τα σενάρια των ταινιών της “Κλακ Φιλμς” που συγκινούσαν τους θεατές της εποχής, κόβοντας μεγάλο αριθμό εισιτηρίων) ο Νίκος Ξανθόπουλος έκανε θεατρικές περιοδείες και στην Κρήτη, όπου βεβαίως σε κάθε μέρος που εμφανιζόταν, γνώριζε την αποθέωση. Στην αυτοβιογραφία του που κυκλοφόρησε το 2005 (“Όσα θυμάμαι και όσα αγάπησα” -Εκδόσεις “Άγκυρα”) ο Ξανθόπουλος δεν κρύβει την αγάπη του για την Κρήτη, αναφέροντας πολλές ιστορίες από στιγμές που έζησε εδώ, σε χωριά της Πάνω Ρίζας, στο Πετροκεφάλι, στην Αγία Γαλήνη και αλλού- με τον κόσμο… να σηκώνει το αυτοκίνητο που τον μετέφερε στα χέρια!

Σημειώνεται ότι ο δημοφιλής ηθοποιός έχει υποδυθεί σε μια από τις ταινίες του και τον Κρητικό: Έναν απόγονο μιας μεγάλης και τιμημένης οικογένειας της Κρήτης που μάχεται τους Τούρκους  (“Ο Αετός των Σκλαβωμένων” 1970).

Shares

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *