Αντώνης Μαρτσάκης

Αντώνη Μαρτσάκη, πόσο υπέροχος Άνθρωπος είσαι τελικά; | ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Shares

Λένε πως μια εικόνα ισούται με χίλιες λέξεις. Άλλοτε ισχύει και άλλοτε όχι. Η περίπτωση ανθρώπου (πρώτα) και έπειτα καλλιτέχνη που γνώρισα εκείνο το απόγευμα του Ιούλη στο Ρέθυμνο, μου επιβεβαίωσε τον κανόνα- προς ανακούφισή μου. Ήταν ακριβής στην ώρα του. Ήταν ακριβής στις κουβέντες του. Ήταν ακριβής στις σκέψεις του. Ο Αντώνης Μαρτσάκης ήταν όπως ακριβώς τον φανταζόμουν…

Συνέντευξη: Μαριάννα Τζιράκη
Φωτογραφίες | Βίντεο: Μιχαέλα Τζιράκη

Ήρθε από τα Χαρχαλιανά Κισσάμου, όπου και μένει μόνιμα με την οικογένειά του. Ζεστή χειραψία, μα πάνω απ’ όλα ζεστό βλέμμα. Αυτό που λένε «τα μάτια γελούν». Ξεκινήσαμε να στήνουμε τις κάμερες, να φρεσκάρουμε τις ερωτήσεις και να ερευνούμε τον χώρο για τον σωστό φωτισμό.  Διαλέξαμε το σημείο δίπλα στους βασιλικούς και τα δέντρα, να έχει δροσιά. Έκοψε ένα κλώνο, τον έβαλε στο αυτί του και δεν δεχόταν να μην βοηθήσει στο κουβάλημα των καρεκλών από το μαγαζί που θα γινόταν το γλέντι μέχρι το προαύλιο που θα κάναμε την κουβέντα μας.

Κύριε Αντώνη, σας μιλάω στον ενικό;
«Πολύ ευχαρίστως. Καλώς εσμίξαμε και σε ευχαριστώ πολύ για την πρόταση».


Ας ξεκινήσουμε από τα μικράτα σου… Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που  ξεκίνησες να ασχολείσαι επαγγελματικά με το βιολί;
Νομίζω γύρω στα 26 με 27 χρόνια. Από 15 χρονών κοπέλι περίπου. Τα πρώτα χρόνια βέβαια δεν έχουν την συμμετοχή των τελευταίων. Λόγω ηλικίας κυρίως, αλλά και λόγω του ότι έμενα τότες στην Αθήνα. Η πυκνότητα των γλεντιών δεν ήτανε τόση όση στις μέρες μας.

 

 

Άλλες δουλειές υπήρξαν;
Μετά που τελείωσα το Λύκειο εργάστηκα ως εκτελωνιστής, βοηθός με τον αδερφό μου και μετά σε  μια ιδιωτική τράπεζα.

 

Είσαι βαθιά ερωτευμένος με την Κρήτη και φαντάζομαι πως όλο αυτό πηγάζει από τις πολλές σου θύμησες. Πώς ήταν, λοιπόν, τα παιδικά χρόνια του Αντώνη Μαρτσάκη;
Πρόλαβα πολλά πράγματα. Πολλές παλιές αγροτικές εργασίες, πριν έρθουν τα τρακτέρια, όπως οι  αλωνιστικές μηχανές. Οι παππούδες μου τα κάνανε όλα όπως την παλιά εποχή. Είχαν δικό τους γάιδαρο και αυτό ήταν το μεταφορικό μέσο που χρησιμοποιούσα και εγώ μέχρι τα 12, 13 χρόνια μου. Και στην κωμόπολη που κατεβαίναμε, στο Καστέλι με τον γάιδαρο πηγαίναμε! Του είχαμε βγάλει δικό του όνομα και  κάπως έτσι περνούσαμε ευχάριστες παιδικές ώρες.

 

 

Σε σύγκριση με την Αθήνα όπου διέμενες ως παιδί, υπήρξε κάτι που σου έλειπε περισσότερο;
Σίγουρα η ελευθερία που είχαμε στο χωριό και η συναναστροφή μας με τους παλιούς  ανθρώπους. Μάλιστα, για κάποιο χρονικό διάστημα ήμασταν τα μοναδικά κοπέλια που κατεβαίναμε στο χωριό και έτσι  κάναμε επίσκεψη σε όλα τα σπίτια. Ήταν βέβαια και  πολύ μικρό, δεν είχε πολλούς κατοίκους. Να πω ότι σαν παιδί με τον αδερφό μου- πριν ακόμα ξεκινήσω να μαθαίνω βιολί, ακούγαμε τσι παλιούς να λένε ότι μπορούσες να φτιάξεις μουσικά όργανα με ξύλα και αθανάτους για χορδές. Πηγαίναμε λοιπόν και κόβαμε τους αθανάτους. Μετά έπαιρνα το παλιό πετρογκάζ της γιαγιάς μου, το έκανα δήθεν ηχητική κονσόλα, με τα κουμπάκια και μάζευα όλες τις γράδες και τσι γερόντους  και κάναμε παραστάσεις. Περίπου εφτά με οχτώ χρονών θα ήμουν τότες.

 

Επιστρέφουμε στα της μουσικής… Ποιος  ήταν ο μέντοράς σου, ο πρώτος άνθρωπος που σου έμαθε βιολί;
Στην Αθήνα ήταν ο Κωστής ο  Μπαχάκης, ένας βιολάτορας με καταγωγή από την επαρχία Σελίνου. Εκείνη την εποχή ήταν ο μοναδικός στην Αθήνα που έπαιζε βιολί, λόγω της ιδιαιτερότητας του οργάνου. Το βιολί το επέλεξα μιας και εμείς οι δυτικοί (της Κρήτης) παίζουμε βιολί τσι τόπους μας. Τα καλοκαίρια μου συνέχισα με τον Μιχάλη τον Κουνέλη και νομίζω την δεύτερη χρονιά υπήρχαν τα προγράμματα της ΝΕΛΕ σε όλη την Ελλάδα και πήγαινα εκεί. Αξέχαστα, ήμασταν γύρω στα 43 παιδιά που παρακολουθούσαμε τα μαθήματα εκείνα.

 

 

Υπήρχαν κάποιοι παλιοί οργανοπαίχτες  που θαύμαζες;
Τα ακούσματά μου περιορίστηκαν στην περιοχή μου. Ο δάσκαλος μου, ο Μιχάλης ο Κουνέλης, ο Κώστας ο Παπαδάκης ή Ναύτης. Εγώ κατάγομαι από τα Χαρχαλιανά Κισσάμου και εκεί είχαμε ένα μεγάλο βιολάτορα, το Νίκο Χάρχαλη. Αυτούς τους  δίσκους είχαμε και αυτούς ακούγαμε, των 45 και των 33 στροφών. Θυμάμαι τον Φώτη τον Κατράκη, το Νίκο Σαριδάκη ή Μαύρο, τον Τζιμάκη, τον Γιώργο Κουτσουρέλη, τον Στεφανή τον Καρεφυλλάκη που τους πρόλαβα και εν ζωή και πολλοί άλλοι.

 

Μίλησε μου για όσα πρόλαβες από τα γλέντια της παλιάς εποχής…
Είναι σημαντικό να πω ότι τσι γάμους, όταν ξεκίνησα και εγώ να παίζω γύρω στα 15 μου χρόνια, σε αντίθεση με την σημερινή εποχή, ακόμα και να μην είχε έρθει το ζευγάρι στο μαγαζί, οι καλεσμένοι ξεκινούσαν και χορεύανε.  Κυρίως οι χωριανοί, οι πρώτοι συγγενείς των νεονύμφων και οι παρέες ήταν από  οκτώ έως 10 άτομα και όχι 30 ή 40 στην πίστα, όπως σήμερα και το γλέντι κρατούσε μέχρι το πρωί. Από πανηγύρια θυμάμαι ότι περιμέναμε τις ημέρες των Αγίων, την ημέρα του Σωτήρος Χριστού, τον Δεκαπενταύγουστο, την ημέρα του Τιμίου Σταυρού. Οι άνθρωποι έψαχναν αφορμές  να συναντηθούν και να γλεντήσουν μαζί.

 

 

Για εκείνους κυρίως που δεν γνωρίζουν πολλά για την Κρήτη, τι είναι αυτό που εσύ, ως καλλιτέχνης, θες να περάσεις με την μουσική σου;
Ένας φίλος, πολύ μεγαλύτερος σε ηλικία, μου έλεγε πριν λίγο καιρό ότι πάντα η εμφάνιση ενός καλλιτέχνη, ή μουσικού συγκροτήματος ή ενός χορευτικού συγκροτήματος που εκπροσωπεί έναν τόπο, πρέπει να έχει μια όμορφη εικόνα να παρουσιάσει. Η πρώτη εντύπωση είναι που μετράει. Δεν θα πει κανείς «παίζει ο Αντώνης Μαρτσάκης». Για κάποιον που δεν ξέρει ή δεν έχει ξανακούσει Κρητικά, εκείνη την ώρα είναι ένας Κρητικός που παίζει ή ένας Κρητικός που μιλάει ή ένας Κρητικός που χορεύει. Υπάρχει ευθύνη για αυτό. Ειδικά όταν είμαι εκτός του νησιού μου, υπάρχει μέσα μου μια Κρήτη την οποία πρέπει να την αποτυπώσω σε όλα και στο τραγούδι μου, όπως πραγματικά είναι και όχι εξυπηρετώντας  προσωπικούς μου στόχους, ή την προσωπική μου εικόνα. Εμείς με τους μουσικούς μου προσπαθούμε να μεταδώσουμε όσα γνωρίζουμε για το νησί μας, σε όσους ενδιαφέρονται και ρωτάνε.

 

Υπάρχει κάτι που σε ρωτάνε, κυρίως στα γλέντια εκτός Κρήτης, κάτι που σου έχει κάνει εντύπωση;
Τα τελευταία χρόνια συγκινούμαι γιατί έρχονται όλο και περισσότερα παιδιά στα γλέντια. Πολλές φορές  οι γονείς τους  μου λένε «Εμείς κύριε Μαρτσάκη δεν σας ξέρουμε αλλά το παιδί μας σας ακούει. Ήθελε να έρθουμε και θέλουμε να σε γνωρίσουμε». Βοηθάει πολύ και το διαδίκτυο σε αυτό.  Οπότε και εγώ αναθεώρησα πολλά και στην συμπεριφορά γενικώς που θα πρέπει να έχουν οι καλλιτέχνες,  γιατί υπάρχει ευθύνη. Τα παιδιά είναι η συνέχειά μας. Δεν θα ήθελα ποτέ να τα χάσουμε. Τους συμβουλεύω να ακούνε μουσική, ό,τι τους εκφράζει. Νομίζω ότι ο ρυθμός είναι αυτός που τα συγκινεί στην αρχή. Τους προτρέπω να ακούνε και τους παλαιότερους βέβαια.

 

 

«Παράδοση». Λέξη βαριά, λέξη που αποτελεί πυλώνας ολόκληρης της πορείας σου. Ποιος είναι ο δικός σου ορισμός;
Την έχω στο μυαλό μου ως  αυτό που βρίσκουμε από τους παλιούς. Αυτά που διαβάζουμε είτε τα μαθαίνουμε σαν αναφορά. Αυτό που προσπαθώ είναι αυτό που βρίσκω να το μελετήσω και να το κάνω δικό μου, γιατί δεν το έχω ζήσει, και έπειτα να το δω σφαιρικά και να το αποδώσω στην σημερινή εποχή. Δεν μπορούμε να λεγόμαστε παραδοσιακοί σε όλα. Μπορούμε όμως αυτά τα στοιχεία να τα πάρουμε και να τα στολίσουμε με αυτά  της σημερινής εποχής, όπως τα πατήματα ή το ηχόχρωμα μουσικά. Για παράδειγμα στην σημερινή εποχή έχουμε τα μηχανήματα και τον ηλεκτρονικό ήχο αναγκαστικά. Η τα γλέντια. Παλιά διαρκούσαν τρεις μέρες και πάνω. Πλέον διαρκούν κάποιες ώρες μονάχα. Αυτό που βρήκα από τους παλαιότερους προσπαθώ να το αποδώσω με την δική μου ψυχή. Ακόμα και οι πρώτες μου δισκογραφίες είχαν μέσα στοιχεία από αυτά που έμαθα και βίωσα ως παιδί.  Έχω ένα «συρταράκι» όπως λέω, που συγκεντρώνω τις σκέψεις μου από τότε που ξεκίνησα και κάτι βγάζω, κάτι δημιουργώ. Όλα μαζί αποτυπώνονται σε κάθε καινούργια δουλειά.

 

Και πάμε σε ένα έτερο στοιχείο στο οποίο στηρίζεσαι: Κρητική μαντινάδα.
Θεωρητικά η μαντινάδα έπαιξε μεγάλο ρόλο για την άνθιση της Κρητικής μουσικής, μέχρι και σήμερα. Χορός, μαντινάδα, μουσικό όργανο πάνε μαζί. Δεν ξεχωρίζεις κανένα. Κατά καιρούς με εκφράζουν διαφορετικές μαντινάδες. Στο πρώτο μου δίσκο έγραψα «ποτέ σου να μην λησμονείς τσι τόπους που σ’ ορίζα. Δεν έχει αξία το δεντρί, άμα δεν έχει ρίζα». Πέρυσι, σε μια συναυλία στο θέατρο Βράχων στην Αθήνα, είπα μια μαντινάδα της Δέσποινας της Σπαντιδάκη «Η Κρητική παράδοση είναι δεντρό στη φύση. Θέλει απ’ όλους πότισμα μην μαραθεί να σβήσει». Γενικώς με εκφράζουν ανά περιόδους διάφορες μαντινάδες. Κάποιες βέβαια είναι με ανεξίτηλα γράμματα χαραγμένες μέσα στις ψυχές μας, όπως η μαντινάδα του Θανάση Σκορδαλού: «Μόνο εκείνος π’ αγαπά μπορεί να το πιστέψει, πως της αγάπης ο καημός τη σταματά την σκέψη». Πριν καιρό μίλησα με έναν παλαιότερο συνάδελφο, τον Σταύρο τον Καντηλιεράκη, παλιό βιολάτορα, για να ανταλλάξουμε τις ευχές της Λαμπρής και του λέω «Μπάρμπα πώς πας;» Και μου λέει: «Εγώ μοιάζω τσι μαντινάδας: Ένα λουλούδι ειν’ η ζωή, που το πρωί φυτρώνει. Το μεσημέρι βγάνει ανθό, το δειλινό τελειώνει». Αυτό το αναφέρω για να πω πόσο δύναμη έχει η μαντινάδα. Μια μαντινάδα χίλιες λέξεις.

 

 

Πού και πώς βίωσες την καραντίνα;
Βρισκόμουν στο χωριό μου, σπίτι μου με την οικογένειά μου. Σκεπτόμενος πολύ.

 

«Ποιος είδε Άνοιξη καιρό τον φόβο να πλανάται; Εγώ ΄μαι απού τα θορώ, Θε μου ξεμίστευγέ μας»… Ένας πραγματικός ύμνος κατά του κορονοϊου. Τελικά ανθίζει η δημιουργικότητα μέσα στις σκοτεινές περιόδους;
Να πω ότι οι μαντινάδες αυτές  είναι ανομοιοκατάληκτες, ιαμβικού ρυθμού. Πάντα οι Κρήτες έχουν την ανησυχία, όταν συμβαίνει ένα γεγονός να εκφράζονται για αυτό. Βγάζουμε την ενέργειά μας. Τα συναισθήματά μας τα τραγουδάμε. Κατά την διάρκεια της καραντίνας με πήρε τηλέφωνο ο κουμπάρος μου ο Θεόφιλος ο Χριστουλάκης  και του λέω «εδά που κάθεσαι, γράψε κάτι για αυτό που περνάμε». Σε είκοσι λεπτά μετά που κλείσαμε λαμβάνω μήνυμα στο κινητό μου με τους στίχους. Μετά από μια εβδομάδα, καθόμουν και έπαιζα μουσική και πιάνω το κινητό με το μήνυμα του Θεόφιλου. Μέσα σε μια ώρα είχε βγει η μελωδία. Έλεγα τους στίχους μόνος μου και σκέφτηκα πως η μία φωνή ίσως να μην ακουστεί όπως πρέπει και πως θα έπρεπε να συμμετέχουνε και άλλοι. Ας με συγχωρέσουν οι υπόλοιποι καλλιτέχνες αλλά  στο μυαλό μου ήρθαν εκείνοι που είχα μια παραπάνω επαφή και δυστυχώς δεν γινόταν να συμμετάσχουν περισσότεροι. Πήρα  το Νίκο Στρατάκη και του έκανα την πρόταση, μετά τον  Δημήτρη τον Σπυριδάκη και ούτω καθεξής. Μέσα σε λίγες μέρες πήρε μορφή όλο αυτό. Είναι βέβαια οξύμωρο γιατί αγκαλιάστηκε από τον κόσμο, αλλά δεν το θεωρώ επιτυχία. Ήταν περισσότερο μια παρηγοριά, μια αισιοδοξία. Οι στίχοι είναι θλιμμένοι αλλά αυτό μας βγήκε. Ήταν η έκφραση της πραγματικότητας.

 

 

Πώς βρίσκουμε αυτήν την περίοδο τον Αντώνη Μαρτσάκη;
Μου ζητήθηκε από την Περιφέρεια Κρήτης να κάνω τέσσερις εκδηλώσεις μέσα στο καλοκαίρι, μία σε κάθε νομό τιμής ένεκεν μετά από αυτό που βιώσαμε όλοι. Την Πέμπτη 30 Ιουλίου θα πραγματοποιηθεί στον λόφο της Φορτέτζας μια συναυλία με ελεύθερη είσοδο. Είναι μια ευκαιρία να έρθουνε οι φίλοι και οι φίλες της παραδοσιακής μουσικής, χωρίς χορό βέβαια εφόσον οι νόμοι έτσι ορίζουν. Η Κρήτη θα έπρεπε να σείεται  από τον ρυθμό των πανηγυριών και μένουμε σπίτι, χωρίς μπόρεση,  οπότε αυτό είναι μια ευκαιρία να εκφραστούμε, να σμίξουμε .

 

Λίγο πριν αποχαιρετιστούμε δεν γινόταν να μην τον ρωτήσω τι είναι αυτό που παρατηρεί σε έναν άνθρωπο, όταν εκείνος παίζει:

«Πρώτα τον χορευτή θα δω και έπειτα τον γλεντζέ. Ο γλεντζές είναι σημαντικός και αυτός. Θα πάρει το ποτηράκι του να μας τσουγκρίσει και να μας κάνει παρέα στο γλέντι διακριτικά όλο το βράδυ. Σε έναν χορευτή διακρίνω την απλότητά του. Μου αρέσει πολύ αυτό, έστω και μια στροφή να κάνει. Ακόμα και ο τρόπος που θα απλώσει τα χέρια του, ή η όψη που θα πάρει  το πρόσωπό του όταν χορεύει. Συγκινούμαι με αυτό.  Ειδικά τσι παλιούς, που σπανίζουν. Είναι μια Κρήτη από μόνοι τους.

 

 

 

Αντώνη, μια ευχή, μια συμβουλή;
Να μην συνηθίσουμε να ζούμε στην μοναξιά μας. Μπορεί κάποιες φορές τα πολλά γλέντια, οι βαφτίσεις ή οι γάμοι να μας κουράζουν αλλά η παράδοσή μας είναι αυτή, τα γλέντια και η συναναστροφή μας και θα ήθελα να γυρίσουμε σε μια κανονικότητα που όλοι την θέλουμε και όλοι την μπορούμε. Το «κνισάρισμα», το «ξεκαθάρισμα» το κάναμε, μετά από την δοκιμασία που περάσαμε. Δεν θέλω να χαθεί αυτή η παράδοση που έχουμε να σμίγουμε. Λοιπόν, κουράγιο, καλή δύναμη. Ο Θεός αγαπά την Κρήτη, αγαπά τους Κρητικούς και θα τους βοηθήσει όλους.

 

Το γλέντι σε λίγο θα ξεκίναγε και έπρεπε να τον αφήσω να ετοιμαστεί. Πριν φύγω μου είπε:

Όσο και να κρατούνται τα ήθη και τα έθιμα, όταν απομακρύνεσαι από το νησί σου δεν είναι το ίδιο.  Η καρδιά πάντα θα χτυπάει στην Κρήτη και οι φλέβες με το αίμα ρέουν όπου υπάρχουν Κρητικοί.

 

*Ευχαριστούμε θερμά την Ταβέρνα «Πόπη» για τη φιλοξενία
Shares

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *